| http://nipiagogiovytinas.blogspot.gr/2012/06/blog-post_05.html |
Ήταν ένα πρωινό σπυριάρικο, καθόλου αισιόδοξο, που προχωρούσε οδηγώντας το ποδήλατό του κατά μήκος της οδού. Τα δέντρα ήταν γυμνά κι ο άνεμος φυσούσε σπρώχνοντας προς τα πίσω το κασκόλ του. Εκείνη την ημέρα άρχιζε η θεραπεία. «Ελάτε το πρωί να σχεδιάσουμε τη θεραπεία» είχε πει ο γιατρός. Κι εκείνη χαρούμενη σκέφτηκε: «Επιτέλους να ένας γιατρός πολιτισμένος, θέλει να σχεδιάσουμε τη θεραπεία μαζί, να δούμε πότε θάρχομαι, ποιες μέρες, ποιες ώρες και ποιος ξέρει τι άλλο». «Θα περιμένετε, της είπαν, να τελειώσει ο κύριος και μετά θα σχεδιάσουμε εσάς». Το σχέδιο γινόταν με μαρκαρόδους πάνω στο στήθος, αφού προηγουμένως με πολλή προσοχή, ένα μηχάνημα ολόιδιο με αυτό που θα έκανε την ακτινοβολία, εστίαζε προσεχτικά. «Για να μην χρειάζεται να εστιάζουμε κάθε φορά από την αρχή, να έχουμε το στόχο έτοιμο, κάνουμε το σχέδιο, της είπαν. Δεν θα πλυθείτε για να μην φύγει το σχέδιο και θα βάζετε στο δέρμα μια αλοιφή για το έγκαυμα». Στο μηχάνημα της ακτινοβολίας την έπιανε μια ακατανίκητη επιθυμία να φύγει και την κατανικούσε με την προσευχή. Κοιτούσε την ακτίνα λέιζερ στον τοίχο, μία κόκκινη γραμμή. Οι γιατροί κρυβόντουσαν πίσω από τον τοίχο και την άφηναν μόνη της με την πυρηνική ακτινοβολία. Μια αόριστη ατμόσφαιρα πένθους, καταδίκης και ευγένειας, ανάμεσα στα υπερσύγχρονα μηχανήματα στην ανακαινισμένη πτέρυγα του νοσοκομείου. Μια κομψή πλακέτα, επί του τάδε υπουργού Υγείας, ο Προεδρος της Δημοκρατίας εγκαινίασε την αίθουσα. Μια γριά που περίμενε τη σειρά της σχολίασε: «Ο Θεός που μας δίνει τη ζωή, μας την παίρνει κιόλας». Οι γιατροί δεν είπαν τίποτε. Έκαναν τη δουλειά τους.
Ένα πουλί στεκόταν στο μπαλκόνι όμοιο με ζωγραφιά. Με παρατηρούσε, ποιος ξέρει τι σκεφτόταν. Αφού σκέφτηκε, γυρνώντας τη μία πλευρά του κεφαλιού του προς το μέρος μου και εστιάζοντας το μάτι του πάνω μου, πέταξε μακριά. Τότε βγήκα στο μπαλκόνι και μάζεψα τα ρούχα, να μην τα καίει άλλο ο ήλιος. Ήταν καλοκαίρι και δεν βιαζόμουν καθόλου.
Κοιτάζω από το παράθυρο ένα κομμάτι ουρανό και θυμάμαι τότε που ήμουν παιδί και δεν είχα τίποτα να παζαρέψω. Περίμενα από τους μεγάλους να με μεγαλώσουν, όπως είχαν αφήσει να εννοηθεί ότι θα κάνουν και ότι κάποτε θα έφτανα κι εγώ στο σημείο να έχω τα ίδια δικαιώματα μ` εκείνους. Μέχρι τότε δεν είχα παρά να περιμένω. Έτσι με ξέχασαν κι όταν μεγάλωσα το θεώρησαν μια ανεπίτρεπτη αυθάδεια, μια επανάσταση εναντίον τους, μια αμφισβήτηση της οικογένειας που θα ήθελαν να έχουν. Τελικά ήμουνα βλάκας που περίμενα να με μεγαλώσουν. Που τους πίστεψα ότι έπρεπε να περιμένω και τίποτε άλλο. Και τότε χαστούκισα την οικογένειά τους για τη χαμένη μου παιδική ηλικία, όπως με χαστούκιζαν κάθε φορά που προσπάθησα να μιλήσω. Θα ήταν καλύτερο να ήμουν έπιπλο, θα με υπολόγιζαν περισσότερο, γιατί «θα είχα λεφτά».
Τα χάπια είχαν το συνηθισμένο μέγεθος που έχουν και τα αντιβιοτικά, ήταν κρεμ και ειχαν πάνω χαραγμένο το όνομά τους. Όμως είχαν μια δυσοίωνη γεύση σαν μικρές βόμβες και οι παρενέργειες που προανάγγελνε η γεύση αυτή ήταν σχεδόν παρούσες. Τώρα θα κυνηγούσαν τα σάλια του κάβουρα σε όλο το σώμα, θα είχαν και παράπλευρες απώλειες, θα σκότωναν και κύταρα που δεν έπρεπε, όπως εκείνος ο Βραζιλιάνος στο μετρό της Αγγλίας. Ίσως αν πήγαινα σε ένα Ασκληπείο θα ήταν καλύτερα, σκέφτηκε. Νηστεία, προσευχή, λουτρά, παρακολούθηση ονείρων και τραγωδιών στο θέατρο. Μαλάξεις στο μυαλό, ίσως σε ένα μοναστήρι, αν υπήρχε, ένα άσυλο για τρακαρισμένους ανθρώπους, επισκευές, αναστηλώσεις, αναγεννήσεις. Τώρα αυτό σου προσφέρει ο πολιτισμός, έχει τη λογική του, φτιάχνει τα τέλεια όπλα.
Κι εγώ εξέθρεψα τον τρομοκράτη μου με τις μαλακίες μου. Πρέπει να μετανοήσω, ήμουν πολύ σκληρή με τον εαυτό μου, τον έπρηξα, τον πίεσα πολύ, ήμουν ο χωροφύλακας της ψυχής μου. Σίγουρα κακοποίησα αυτόν τον εαυτό με τις απαιτήσεις μου. Τώρα θα κάψω τις απαιτήσεις αυτές σαν καρβουνάκια μετανοίας. Πόσοι αιώνες τελειομανίας σέρνονται πίσω μου, πόσες γυναικείες απαιτήσεις να γίνουν όλα σωστά, να μπουν τα μάλλινα στην ώρα τους στη θέση τους, να καθαριστούν τα χαλιά, το σεντόνι να είναι σωστά στρωμμένο, η σάλτσα να δέσει, να κάνεις οικονομία και να εξοικονομήσεις το φαγητό που περίσσεψε. Αυτά από τη μια. Κι από την άλλη να είσαι ανεξάρτητος, να έχεις το θάρρος της γνώμης σου, να περιποιείσαι τον εαυτό σου, να αθλείσαι, να τρέφεσαι υγεινά, να υπερασπίζεσαι τα δικαιώματά σου, να εισαι ελκυστική, καλοπροαίρετη, χαμογελαστή, μαχητική, ασυμβίβαστη, επαναστάτρια, ευέλικτη, διπλωματική, καλοσυνάτη, χαλαρή με αυτοπεποίθηση, με αέρα, με θηλυκότητα, με εξυπνάδα, με χιούμορ, να μη παραμελείς τα παιδιά σου, τον άντρα σου, τους συγγενείς σου, τα πεθερικά σου, τους γονείς σου, τους μαθητές, τους υφισταμένους και προϊσταμένους, τον Θεό, την εκκλησία, το κράτος, τους προγόνους, Κύριε ελέησον και σώσον ημάς.
Κάθε πρωί που ξυπνάω συνειδητοποιώ ξανά ότι μου λείπει το δεξί μου στήθος. Είναι κάτι που ακόμα δεν έχει περάσει στο βαθύτερο μυαλό μου και κάθε πρωί πρέπει να το δεχτώ ξανά. Να ζήσω αυτό το μίνι σοκ. Να θυμηθώ ότι τώρα πια είμαι μια Αμαζόνα!
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου